γαμψῶνυξ

γαμψ-ῶνυξ, ῠχος, , , ([etym.] ὄνυξ)
A with crooked talons, of birds of prey,

αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες Il.16.428

, Od.22.302;

οἰωνοί A.Pr.488

; τὰν γ. παρθένον, of the Sphinx, S.OT1199 (lyr.);

γ. ἅρπη Nonn.D.12.336

, etc.:—also [suff] γαμψ-ώνυχος, ον, Arist.HA563b20, GA750a11, Plu.2.727c; τὸ γ. Plot. 6.7.9, Iamb.Protr.21.ιθ: pl.,

γαμψώνυχοι ἀστακοί Epich.30

; τὰ γ., of beasts of prey, Arist.HA517b1, cf. 503a30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαμψώνυξι — γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψώνυξιν — γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψώνυχας — γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψώνυχες — γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψώνυχι — γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμψός — ή, ό (AM γαμψός, ή, όν) κυρτός, αγκυλωτός αρχ. (για πτηνά) ο γαμψώνυχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με το γνάμπτω* «κάμπτω, λυγίζω». Το απλό γαμψός προήλθε κατ απόσπαση από το αρχαϊκό σύνθετο γαμψώνυξ < *γναμψωνυξ (πρβλ. και λειψός < λειψόθριξ …   Dictionary of Greek

  • γαμψώνυχος — η, ο (AM γαμψώνυχος, ον και γαμψῶνυξ, ό, ή) (για αρπακτικά πτηνά και θηρία) αυτός που έχει γαμψά, κυρτά νύχια …   Dictionary of Greek

  • γλαύκα — και γλαύξ (γλαυκός), η (AM γλαύξ, Α και γλαῡξ) 1. η κουκουβάγια, νυκτόβιο αρπακτικό τής τάξης γλαυκόμορφα ή στιγγόμορφα 2. φρ. «κομίζει γλαύκα εις Αθήνας», «γλαῡκ Ἀθήναζε», «γλαῡκ ἐς Ἀθήνας» παρουσιάζει ως νέο κάτι πασίγνωστο, κάνει κάτι εντελώς… …   Dictionary of Greek

  • πλουσιόψυξ — υχος, ὁ, ἡ, Μ άνθρωπος πλουσιόψυχος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού πλουσιόψυχος, που σχηματίστηκε αναλογικά προς τα μονοκατάληκτα επίθετα της γ κλίσης (πρβλ. γαμψῶνυξ, ώνυχος)] …   Dictionary of Greek

  • όνυχας — Ορυκτό που αποτελεί μια ποικιλία του χαλκηδόνιου και μοιάζει με αχάτη. Όπως αυτός, παρουσιάζει ταινίες διάφορων χρωμάτων, που διακρίνονται καθαρά η μία από την άλλη· οι ταινίες αυτές αντιστοιχούν στις διάφορες περιόδους σχηματισμού του ορυκτού… …   Dictionary of Greek

  • γαμψωνύχων — γαμψώνυχος with crooked talons masc/fem/neut gen pl γαμψῶνυξ with crooked talons masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.